Σάββατο, 08 Μαρτίου 2008

Ιδιωτική Ανώτατη Παιδεία : Μία Άλλη Τουρκική Πρόκληση για την Ελλάδα

Το άκουσμα της λέξεως «Τουρκία» δημιουργεί αρνητικούς συνειρμούς στο συλλογικό κοινωνικό υποσυνείδητο. Η χώρα συνδέεται με εικόνες βαρβαρότητας, υπαναπτύξεως, και απαιδευσίας. Πίσω, ωστόσο, από αυτήν την στερεοτυπική εικόνα κρύβονται πολλές περιπτώσεις επιτυχημένων εκσυγχρονιστικών πειραμάτων, τα οποία, χωρίς να επιλύουν από μόνα τους τα χρόνια και σοβαρά κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της χώρας, είναι ενδεικτικά μιας αξιοπρόσεκτης προοδευτικής δυναμικής. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι και η τουρκική ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση. Υποστηριζόμενα συχνά από την γενναιοδωρία μεγάλων τουρκικών επιχειρήσεων, τα αγγλόφωνα ιδιωτικά πανεπιστήμια μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα συνέβαλαν αποφασιστικά από την έναρξη της λειτουργίας τους στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στην αναβάθμιση της ποιότητος της ανώτατης παιδείας στην Τουρκία.

Η επίσκεψη ενός Έλληνα καθηγητή ή φοιτητή σε ένα από τα καλά ιδιωτικά πανεπιστήμια της Τουρκίας προκαλεί πολύ δυσάρεστες συγκρίσεις με την ελληνική ακαδημαϊκή πραγματικότητα. Ο επισκέπτης θα δει υποδομές τις οποίες θα ζήλευαν όχι μόνο τα ελληνικά, αλλά και αρκετά αγγλικά πανεπιστήμια. Πεντακάθαρες πανεπιστημιουπόλεις σε οικόπεδα πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων στα περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως ή της Άγκυρας με ιδιωτική τακτική συγκοινωνία με το κέντρο της πόλεως. Αξιοπρεπέστατες φοιτητικές εστίες με δυναμικότητα πολλών χιλιάδων κλινών για όσους φοιτητές επιθυμούν να διαμένουν εντός της πανεπιστημιουπόλεως. Αίθουσες διδασκαλίας με τα πλέον σύγχρονα εποπτικά μέσα, με εγκατεστημένους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και προβολείς παρουσιάσεων PowerPoint. Βιβλιοθήκες πλούσιες σε βιβλία και παρέχουσες πρόσβαση στις πλουσιότερες ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων. Η πρόσβαση στο διαδίκτυο είναι πλέον ασύρματη όχι μόνο εντός των κτιρίων του πανεπιστημίου, αλλά συχνά και στους ανοικτούς χώρους των πανεπιστημιουπόλεων. Μερικά πανεπιστήμια παρέχουν σε κάθε πρωτοετή φοιτητή φορητό ηλεκτρονικό υπολογιστή με πρόγραμμα χρηματοδοτικής μισθώσεως (leasing).

Οι διαφορές όμως δεν περιορίζονται στα θέματα υλικοτεχνικής υποδομής, αλλά επεκτείνονται και επί της ακαδημαϊκής ουσίας. Οι καθηγητές, οι οποίοι πληρώνονται μισθούς αναλόγους των προσόντων και της αποστολής τους, υποχρεούνται να βρίσκονται καθημερινώς στο πανεπιστημιακό τους γραφείο, στην διάθεση των φοιτητών. Η έρευνα αναγνωρίζεται ως αναπόσπαστο στοιχείο της ακαδημαϊκής ιδιότητος και χρηματοδοτείται γενναιόδωρα με την επιχορήγηση ερευνητικών προγραμμάτων, καθώς και της συμμετοχής σε διεθνή επιστημονικά συνέδρια. Η εξέλιξη των καθηγητών εξαρτάται από το διδακτικό και ερευνητικό τους έργο, τον αριθμό δημοσιεύσεων σε ακαδημαϊκά περιοδικά των οποίων η εγκυρότητα αναγνωρίζεται από τους κορυφαίους διεθνείς οργανισμούς ακαδημαϊκής πιστοποιήσεως, καθώς και την γνώμη των φοιτητών. Στο τέλος κάθε εξαμήνου οι φοιτητές αξιολογούν τους καθηγητές τους ανωνύμως, ενώ η διαδικασία αξιολογήσεως διεξάγεται με αδιάβλητο τρόπο από ειδικευμένο εξωπανεπιστημιακό οργανισμό.

Αλλά και η θέση των φοιτητών διαφέρει πολύ. Κάθε φοιτητής ανατίθεται σε έναν καθηγητή ο οποίος έχει την ευθύνη να παρακολουθεί την πρόοδό του, να τον συμβουλεύει και να καταρτίζει μαζί του το ακαδημαϊκό του πρόγραμμα. Η παρουσία των φοιτητών στις παραδόσεις θεωρείται αυτονόητη υποχρέωση. Ο μέσος αριθμός φοιτητών ανά μάθημα δεν ξεπερνά τους 20, ώστε να μπορεί ο διδάσκων να γνωρίζεται και να αποκτά προσωπική εικόνα και γνώμη για τον φοιτητή. Ακολουθείται συστηματικό πρόγραμμα μικρών εξετάσεων και εργασιών καθ’όλη την διάρκεια του εξαμήνου, ώστε η τελική εξέταση να μην αντιπροσωπεύει παρά ένα μέρος της τελικής βαθμολογίας. Η επανάληψη μιας εξετάσεως πριν την έναρξη του νέου ακαδημαϊκού έτους επιτρέπεται μόνο μετά την εκ νέου παρακολούθηση του μαθήματος σε πρόσθετο θερινό εξάμηνο διδασκαλίας. Η χρήση της αγγλικής στην διδασκαλία εξασφαλίζει τόσο την τελειοποίηση των γλωσσικών ικανοτήτων των φοιτητών, όσο και την χρήση της πλέον σύγχρονης ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας, η οποία στις μέρες μας γράφεται σχεδόν αποκλειστικά στα αγγλικά. Παράλληλα, προάγεται η συμμετοχή των φοιτητών στα κοινά. Πολυάριθμοι φοιτητικοί –και όχι κομματικοί– σύλλογοι με ενδιαφέροντα πολιτικά, αθλητικά, καλλιτεχνικά, ακαδημαϊκά των οποίων οι δραστηριότητες επιχορηγούνται από το ίδιο το πανεπιστήμιο προετοιμάζουν τους φοιτητές για την ενεργό συμμετοχή τους στην κοινωνία των πολιτών.

Οι παραπάνω συνθήκες συνδυάσθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις και με συνθήκες ακαδημαϊκής ελευθερίας πρωτοφανείς για τα τουρκικά δεδομένα. Ορισμένα από τα πανεπιστήμια στέγασαν και πρόσφεραν πρόσφορο πεδίο δράσεως σε ακαδημαϊκούς των οποίων οι απόψεις συγκρούονταν με τις επίσημες τουρκικές θέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι τα δύο από τα τρία πανεπιστήμια που συνδιοργάνωσαν το 2005 το συνέδριο για το Αρμενικό Ζήτημα, την πρώτη προσπάθεια ψύχραιμης ακαδημαϊκής προσεγγίσεως του θέματος στην Τουρκία, ήταν ιδιωτικά. Οι συνθήκες αυτές συνέβαλαν και στον επαναπατρισμό πολλών κορυφαίων Τούρκων καθηγητών οι οποίοι δίδασκαν σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης ή στην Βόρειο Αμερική. Αυτοί βρήκαν πανεπιστήμια τα οποία προσέφεραν άριστη υποδομή για την διδασκαλία και την διεξαγωγή ακαδημαϊκής έρευνας, καθώς και μία προνομιούχο βάση, για να συμβάλουν στην ευρύτερη προσπάθεια εκδημοκρατισμού της Τουρκίας.

Πώς συντηρείται όμως οικονομικά ένα τέτοιο πανεπιστήμιο; Η οικονομική συνδρομή των ιδρυτών και τα καταβαλλόμενα δίδακτρα αποτελούν τον αιμοδότη των πανεπιστημίων. Όλα τα έσοδα από τα δίδακτρα επανεπενδύονται υποχρεωτικώς για την συντήρηση και την επέκταση των υποδομών του πανεπιστημίου, καθώς και την χορήγηση υποτροφιών. Ποσοστό άνω του 33% των φοιτητών λαμβάνει υποτροφία η οποία απαλλάσσει της υποχρεώσεως καταβολής διδάκτρων και τροφείων. Για αυτόν τον λόγο κατά τις γενικές εξετάσεις εισαγωγής στα πανεπιστήμια, υπάρχει διπλή βάση εισαγωγής για κάθε σχολή ιδιωτικού πανεπιστημίου. Η υψηλή βάση εξασφαλίζει εισαγωγή με υποτροφία, ενώ η χαμηλή μόνο εισαγωγή. Έτσι επιβραβεύονται οι επιμελείς μαθητές και δίνεται η ευκαιρία σε χαρισματικά παιδιά απόρων οικογενειών να σπουδάσουν σε πανεπιστήμια υψηλών προδιαγραφών.

Και το παράδειγμα των πρώτων επιχειρηματιών-ιδρυτών ιδιωτικών πανεπιστημίων εξακολουθεί να βρίσκει μιμητές. Ο Χουσνού Όζγεγιν, ο επιχειρηματίας που πούλησε την τράπεζα Finansbank στην Εθνική Τράπεζα προ τριών περίπου ετών, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να διαθέσει περίπου 1 δισεκατομμύριο δολλάρια, περίπου 20% του συνολικού τιμήματος εξαγοράς της τράπεζας, για την ίδρυση ενός νέου ιδιωτικού πανεπιστημίου υψηλού επιπέδου. Δικαιολόγησε δε την απόφασή του σε συνέντευξη προς τους New York Times λέγοντας ότι «Η παιδεία είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Τουρκίας.....Θα είμαι ευτυχής αν επηρεάσω προς το καλύτερο την ζωή ενός εκατομμυρίου νέων ανθρώπων τα επόμενα δέκα χρόνια.» Ήδη από το 2000, ο Όζγεγιν έχει επίσης κτίσει με δικά του έξοδα 36 σχολεία σε απομακρυσμένες περιοχές της Τουρκίας.

Η παραπάνω εικόνα δεν αναφέρεται ασφαλώς στο σύνολο της τουρκικής ιδιωτικής ανώτατης παιδείας. Ανάμεσα στα 25 ιδιωτικά τουρκικά πανεπιστήμια υπάρχουν πολλά που δεν πληρούν τις στοιχειώδεις ακαδημαϊκές προδιαγραφές. Υπάρχουν όμως και μερικά τα οποία έχουν κατορθώσει εντός μερικών ετών να συμπεριληφθούν στους καταλόγους με τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου και να ανταγωνισθούν ή και να ξεπεράσουν τα καλά κρατικά τουρκικά πανεπιστήμια. Τι διδάσκει το παράδειγμα της Τουρκίας; Ότι η ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με την ευτέλεια, αλλά μπορεί να επιτύχει θαύματα, αν υπάρξει η κατάλληλη θεσμική ρύθμιση, και η ευτυχής εκείνη συνύπαρξη εμπνευσμένων ακαδημαϊκών δασκάλων με τους γενναιόδωρους εκείνους χορηγούς οι οποίοι θα θελήσουν να συνδέσουν το όνομά τους με ένα σπουδαία προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Σε μία χώρα στην οποία η παιδεία αποτελεί υψηλή κοινωνική αξία, οι γονείς δαπανούν δισεκατομμύρια ευρώ από το υστέρημά τους σε φροντιστήρια και σπουδές σε αμφιβόλου αξίας πανεπιστήμια του εξωτερικού και στην οποία υπάρχει τόσο το ανθρώπινο, όσο και το οικονομικό κεφάλαιο, η επιτυχία του θεσμού των ιδιωτικών μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων δεν είναι ουτοπία.

Κάποτε η παιδεία αποτελούσε το συγκριτικό πλεονέκτημα του Ελληνισμού. Όντας μια αριθμητική μειονότητα, οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατόρθωναν να διεκδικούν ρόλο οικονομικό και κοινωνικό δυσανάλογο προς τα δημογραφικά τους μεγέθη, και η παιδεία ήταν το βασικό εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Εκατοντάδες σχολεία σε κάθε γωνία των Βαλκανίων, της Μικράς Ασίας, του Ευξείνου Πόντου, της Ανατολικής Μεσογείου και των παροικιών της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης εφοδίαζαν γενεές μαθητών με όλα τα αναγκαία εφόδια όχι μόνο για την πνευματική τους καλλιέργεια αλλά και την επαγγελματική τους επιτυχία. Σήμερα η κατάσταση δείχνει να έχει αντιστραφεί. Η παιδεία τείνει να μετατραπεί σε συγκριτικό μειονέκτημα του Ελληνισμού όχι μόνο σε ευρωπαϊκό, αλλά και σε περιφερειακό επίπεδο. Η παρατεταμένη κρίση της ελληνικής παιδείας μακροπρόθεσμα τείνει να μετατραπεί σε έναν από τους σημαντικότερους ανασχετικούς παράγοντες για την διεκδίκηση από την χώρα ενός ηγετικού περιφερειακού ρόλου. Την ώρα που το ελληνικό πανεπιστήμιο αδυνατεί συχνά να διδάξει στους φοιτητές του αγγλικά, οι φοιτητές των τουρκικών ιδιωτικών πανεπιστημίων διδάσκονται κινεζικά, ιαπωνικά και ισπανικά.

Σαφώς και δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς τα υπαρκτά και χρονίζοντα προβλήματα της δημόσιας ανώτατης παιδείας στην Ελλάδα. Η πολιτεία υποχρεούται να εγκύψει στα προβλήματα με αποφασιστικότητα, να χωρίσει το στάρι από την ήρα και να στηρίξει με γενναία μέτρα την σιωπηλή πλειοψηφία των καθηγητών και φοιτητών που δεν βλέπουν το πανεπιστήμιο ως πάρεργο ή κομματικό μετερίζι και αισθάνονται παγιδευμένοι στην παρούσα κρίση. Υποχρεούται όμως και να ανοίξει τον δρόμο και σε όσους ιδιώτες ενδιαφέρονται να συμβάλουν στην υπέρβαση της κρίσεως της ελληνικής ανώτατης παιδείας με την ίδρυση ιδιωτικών μη κρατικών πανεπιστημίου υψηλού επιπέδου. Η επιτυχία του πειράματος της ιδιωτικής ανώτατης παιδείας στην Τουρκία είναι μία πρόκληση για την ελληνική πολιτεία, επιχειρηματική και ακαδημαϊκή κοινότητα, η οποία δεν πρέπει να μείνει αναπάντητη.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Καθημερινή" την 16η Μαρτίου 2008)