Πριν από δέκα χρόνια, η Τουρκία αντιμετώπιζε μία από τις χειρότερες οικονομικές κρίσεις στην ιστορία της. Σήμερα η Τουρκία είναι η δέκατη πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, με δείκτες οικονομικής αναπτύξεως ζηλευτούς σε αναπτυγμένο και αναπτυσσόμενο κόσμο. Υπό την ηγεσία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Τουρκία δρέπει τους καρπούς μιας επιτυχημένης μεταρρυθμιστικής προσπάθειας η οποία χαρακτήρισε τα πρώτα τέσσερα χρόνια της ηγεσίας του Κόμματος Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ) από το 2002 έως το 2006. Οι θαρραλέες οικονομικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες ελήφθησαν δεδομένης και της ευνοϊκής διεθνούς οικονομικής συγκυρίας συνοδεύθηκαν από τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες επέτρεψαν την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2005 και ευνόησαν την κατακόρυφη άνοδο των ξένων επενδύσεων.
Η έναρξη της παγκόσμιας οικονομικής κρίσεως ανέδειξε την ανθεκτικότητα των οικονομικών δομών οι οποίες είχαν αναπτυχθεί κατά την περίοδο των μεταρρυθμίσεων και ανέδειξε την τουρκική οικονομία και σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέλος του G-20, η Τουρκία άρχισε να συγκαταλέγεται στην κατηγορία των ταχέως αναδυομένων νέων οικονομικών δυνάμεων. Η τουρκική επιχειρηματικότητα, εξαγωγική βιομηχανία, αλλά και τα δημογραφικά και οικονομικά χαρακτηριστικά της χώρας λειτουργούσαν ως μαγνήτες για τους διεθνείς θεσμικούς επενδυτές.
Η οικονομική επιτυχία απετέλεσε και την βάση για την ανάπτυξη και μιας νέας, πιο φιλόδοξης εξωτερικής πολιτικής. Δεν ήταν ο Αχμέτ Νταβούτογλου ο πρώτος ο οποίος διατύπωσε προτάσεις για μία πολυσχιδή τουρκική εξωτερική πολιτική και την ανάδειξη της Τουρκίας σε μείζονα στρατηγικό παράγοντα σε περιφερειακό –αν όχι και σε παγκόσμιο– επίπεδο. Παρεμφερείς απόψεις είχαν εκφρασθεί κατά καιρούς από τον Τουργκούτ Οζάλ και τον Ισμαήλ Τζεμ. Ωστόσο η αξιοπιστία και η σοβαρότητα των διακηρύξεων τότε υπονομεύονταν από τις αντικειμενικές συνθήκες. Μία χώρα καταχρεωμένη δεν μπορούσε να διεκδικήσει σοβαρό διεθνή ρόλο. Η ανάκαμψη της τουρκικής οικονομίας κατά την περίοδο του ΑΚΡ αποτέλεσε το θεμέλιο για την ανάδυση του διεθνούς ρόλου της Τουρκίας, και μέσω της οικονομικής διπλωματίας. Η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση οδήγησε και στην έναρξη μιας διαδικασίας στρατηγικής αυτονομήσεως της Τουρκίας από τους δυτικούς της συμμάχους, και ιδιαιτέρως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολλοί διακρίνουν σε αυτά τα βήματα τάσεις αλαζονείας επικίνδυνης για τα τουρκικά συμφέροντα.
Στην αρχή της νέας δεκαετίας, η Τουρκία εμφανίζεται διατεθειμένη να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σαφής απόκλιση της πολιτικής της κυβερνήσεως Ερντογάν από την αμερικανική γραμμή στο ζήτημα του πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράν είναι ενδεικτική των διαθέσεων, όπως και η διατήρηση στενών σχέσεων με το καθεστώς της Χαμάς στην Λωρίδα της Γάζας. Η τουρκική κυβέρνηση δείχνει αποφασισμένη να χαράσσει την δική της μεσανατολική πολιτική και στρατηγική ανεξαρτήτως των αμερικανικών στρατηγικών και πολιτικών επιλογών. Ενδεικτική του νέου ανεξαρτήτου ρόλου που διεκδικεί η Τουρκία, είναι η προσπάθεια διευθετήσεως της κρίσεως που προέκυψε με την κατάρρευση της κυβερνήσεως συνεργασίας Σάαντ Χαρίρι στον Λίβανο.
Υπό ανάλογο πρίσμα θεωρούνται και οι ευρωτουρκικές σχέσεις. Δεδομένης και της αρνητικής στάσεως μερικών κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στην προοπτική πλήρους εντάξεως της Τουρκίας, η μεταρρυθμιστική διάθεση έχει ατονήσει από το 2006 και μετά. Η βελτίωση των δεικτών της τουρκικής οικονομίας έχει απαλύνει και τις συνέπειες της βραδύτητος με την οποία διεξάγονται οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Για πολλούς Τούρκους διπλωμάτες και πολιτικούς αναλυτές η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί πλέον αναπόδραστη στρατηγική επιλογή. Η κόπωση της τουρκικής κοινής γνώμης από την πορεία των διαπραγματεύσεων αντικατοπτρίζεται και στα χαμηλότερα ποσοστά υποστηρίξεως της τουρκικής εντάξεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2004.
Ανάλογη στασιμότητα –αν όχι επιδείνωση– παρατηρείται και στις σχέσεις της κυβερνήσεως ΑΚΡ με την κεμαλική μεσαία τάξη της χώρας. Η βαθμιαία δυσπιστία η οποία κορυφώθηκε με την αποκάλυψη της υποθέσεως «Βαριοπούλα» δεν απαλύνθηκε μετά και την εγκατάλειψη των σχεδίων για την αντικατάσταση του παρόντος συντάγματος με νέο, αμιγώς δημοκρατικό. Μεγάλο μέρος της κεμαλικής μεσαίας τάξεως βλέπει πίσω από την πολιτική ηγεμονία του ΑΚΡ τον κίνδυνο ενός ισλαμιστικού αυταρχικού καθεστώτος. Η εμφάνιση κρουσμάτων αλαζονείας στην κυβέρνηση ΑΚΡ και ο τρόπος χειρισμού ευαίσθητων συμβολικών ζητημάτων. συνέτειναν στην ένταση τέτοιων φόβων. Οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβερνήσεως Ερντογάν για τον δραστικό περιορισμό της καταναλώσεως αλκοόλ σε δημόσιους χώρους ήταν η συνέχεια μιας πολιτικής υπερφορολογήσεως των οινοπνευματωδών ποτών. Ο πρόσφατος χαρακτηρισμός από τον πρωθυπουργό Ερντογάν ενός γλυπτού μνημείου τουρκοαρμενικής φιλίας στην πόλη του Καρς ως «τέρατος» και η επικρότηση της κατεδαφίσεώς του προκάλεσαν σοβαρές αντιδράσεις. Πολλοί ανέγνωσαν στις δηλώσεις Ερντογάν την αποστροφή των ισλαμιστών προς κάθε γλυπτό μνημείο. Κάποιοι έφθασαν στο σημείο να συγκρίνουν τον Ερντογάν με τους Ταλιμπάν οι οποίοι κατεδάφισαν τα αγάλματα του Βούδα στο Μπαμιγιάν του Αφγανιστάν. Αυτού του είδους η αντιπαράθεση υπογραμμίζει πόσο δύσκολη φαντάζει υπό τις παρούσες συνθήκες η συμφιλίωση των ισλαμικών και των κεμαλικών τμημάτων της τουρκικής κοινωνίας.
Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, τέλος, τα πράγματα δείχνουν σαφή βραχυπρόθεσμα, αλλά συγκεχυμένα μεσοπρόθεσμα. Από την μία, το κυβερνών ΑΚΡ δείχνει να εκμεταλλεύεται πολιτικά στο έπακρον την καλή πορεία της τουρκικής οικονομίας και να οδηγείται –εκτός απροόπτου– σε άνετη επικράτηση στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές του Ιουνίου. Το ΑΚΡ επωφελείται και από την απουσία οιασδήποτε συγκροτημένης εναλλακτικής αντιπολιτευτικής προτάσεως, δείγμα των αγκυλώσεων του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Παρά τις μεγάλες προσδοκίες που προκάλεσε η ανέλπιστη εκλογή του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου στην ηγεσία του αντιπολιτευομένου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), η συνέχεια ήταν κατώτερη των προσδοκιών. Θα είναι μάλλον έκπληξη η διατύπωση ενός θαρραλέου μεταρρυθμιστικού προεκλογικού προγράμματος, η οποία θα αποκαθιστούσε το CHP στις τάξεις των φιλοευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων της Τουρκίας. Από την άλλη όμως, οι εκλογές του Ιουνίου θα πυροδοτήσουν και την διαδικασία διαδοχής Ερντογάν στην ηγεσία του ΑΚΡ, καθώς ο Τούρκος πρωθυπουργός έχει επανειλημμένως δηλώσει ότι αυτές θα είναι οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές με τον ίδιο στην ηγεσία του ΑΚΡ. Είναι κοινό μυστικό στην Άγκυρα ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός ενδιαφέρεται να διαδεχθεί τον Αμπντουλλάχ Γκιουλ στον θώκο της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Η μετάβαση Ερντογάν στην Προεδρία το 2012 θα σημάνει την εκλογή νέας ηγεσίας στο ΑΚΡ και νέου πρωθυπουργού. Η απουσία ενός αδιαφιλονίκητου διαδόχου σημαίνει ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των ετεροκλήτων ομάδων που συγκροτούν την πολιτική βάση του ΑΚΡ θα είναι οξύς και το αποτέλεσμα αβέβαιο. Η κατοχύρωση των επιτυχιών στο πεδίο της οικονομίας, η εύρεση μιας νέας ισορροπίας στις σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση, η συμφιλίωση της ισλαμικής και της κεμαλικής κοινωνικής τάξεως, καθώς και η μετάβαση της Τουρκίας στην μετά-Ερντογάν εποχή θα είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις της νέας δεκαετίας.
(Δημοσιεύθηκε στην ελληνική έκδοση του περιοδικού "Economist"-ένθετο στην εφημερίδα "Καθημερινή" την 27η Ιανουαρίου 2011)



0 comments:
Δημοσίευση σχολίου