Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις και η Ευρωπαϊκή Ένωση


Η ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (EOK) το 1981 αποτέλεσε σημείο καμπής και για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η αποφασιστικότητα με την οποία οι κυβερνήσεις Καραμανλή ανεβίβασαν την ένταξη σε κύριο εθνικό στρατηγικό στόχο είχε σαφώς να κάνει και με τα οδυνηρά διδάγματα του καλοκαιριού του 1974. Η επώδυνη μετάβαση στην δημοκρατία, η αδυναμία αποτροπής της τουρκική εισβολής και κατοχής στην Κύπρο και η απροθυμία του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών να σταθούν εμπόδιο στην τουρκική επιχείρηση υπογράμμισαν την ύπαρξη ενός σοβαρού κενού εθνικής ασφαλείας. Αυτό έπρεπε να καλυφθεί και με την λειτουργική ένταξη της Ελλάδος στον πυρήνα των ευρωπαϊκών πολιτικών και οικονομικών θεσμών.
Η απόκτηση όμως στρατηγικού πλεονεκτήματος έναντι της Τουρκίας είχε να κάνει και με την τύχη. Κατά το παρελθόν, αντίστοιχες ελληνικές πρωτοβουλίες εντάξεως σε διεθνείς οργανισμούς συνοδεύονταν από ανάλογες τουρκικές οι οποίες αποσκοπούσαν στο να αποτρέψουν την ανάπτυξη συγκριτικού πλεονεκτήματος. Ωστόσο στην περίπτωση της ΕΟΚ η κοινή τότε και αρκετά διαδεδομένη στις δύο χώρες αντιευρωπαϊκή ρητορεία κόστισε μόνον στην Τουρκία. Η αντιευρωπαϊκή ρητορεία των Μπουλέντ Ετζεβίτ και Νετζμετίν Ερμπακάν έμοιαζε κατά πολύ με την αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ. Η ΕΟΚ παρουσιαζόταν σαν όργανο του διεθνούς ιμπεριαλισμού, μηχανισμός αλώσεως της εθνικής οικονομίας και απειλή για την εθνική κυριαρχία. «Εμείς είμαστε η αγορά και αυτοί οι εταίροι που θα κερδοσκοπήσουν» (Biz pazar, onlar ortak) ήταν το σύνθημα με το οποίο ο Ερμπακάν λοιδορούσε την έννοια «Κοινή Αγορά.» Αυτό όμως δεν έμεινε άνευ αντικρίσματος όπως στην ελληνική περίπτωση. Η αναστολή των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΟΚ το 1978 έγινε με ευθύνη της κυβερνήσεως Ετζεβίτ. Το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 και τα όσα επακολούθησαν η μετέπειτα χούντα Εβρέν κατέστησαν κάθε συζήτηση για ένταξη εκτός πραγματικότητος.
Έτσι η ένταξη της Ελλάδος στην ΕΟΚ παρέσχε –χάριν της αρχής της ομοφωνίας– τον κυριώτερο μοχλό διπλωματικής πιέσεως εις βάρος της Τουρκίας. Τα διαδοχικά βέτο των ελληνικών κυβερνήσεων σε κάθε σχέδιο αποφάσεως που αποσκοπούσε στην βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων αποσκοπούσαν να καταστήσουν απαγορευτικό για την Τουρκία το κόστος μη επιλύσεως του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών διαφορών. Ωστόσο τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής παρέμειναν μάλλον πενιχρά. Ακόμη και μετά την υποβολή νέας τουρκικής αιτήσεως για ένταξη στην ΕΟΚ το 1987, η άσκηση βέτο δεν αρκούσε να πειθαναγκάσει την Τουρκία να μεταβάλει την πολιτική της. Πολύ περισσότερο εξυπηρετούσε άλλα κράτη-μέλη που για τους δικούς τους λόγους αντιτίθεντο στην προαγωγή των ευρωτουρκικών σχέσεων, αλλά δεν χρειαζόταν να αποκαλύψουν τις αληθινές τους προθέσεις κρυπτόμενα πίσω από το ελληνικό βέτο. Τα όρια αυτής της πολιτικής έγιναν σαφή προς τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η κρίση των Ιμίων και το επεισόδιο Οτζαλάν κατέδειξαν ότι η στασιμότητα στα ευρωτουρκικά, το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά ελλόχευε πολλούς κινδύνους. Απαιτείτο μία άλλη δυναμική στρατηγική προσέγγιση για την αναχαίτιση της τουρκικής επιθετικότητος και την διασφάλιση των ελληνικών συμφερόντων.
    Οι πρώτες ενδείξεις μιας αλλαγής έγιναν σαφείς με την απόφαση της ελληνικής κυβερνήσεως το 1995 να άρει το βέτο για την τελωνειακή ένωση Ευρωπαϊκής Ενώσεως-Τουρκίας. Αυτή αποκρυσταλλώθηκε το 1999 και επισημοποιήθηκε με την απόφαση της Ελλάδος να υποστηρίξει στην σύνοδο κορυφής του Ελσίνκι την αναγόρευση της Τουρκίας  σε κράτος υποψήφιο για ένταξη  στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η συμφωνία του Ελσίνκι συνέδεε με τρόπο αριστοτεχνικό την προοπτική εντάξεως της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την κατοχύρωση της ενταξιακής πορείας της Κύπρου, την βαθμηδόν επίλυση του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών διενέξεων. Η αλλαγή της ελληνικής στάσεως δεν ήταν μία απλή τακτική κίνηση, για να διευκολυνθεί η πορεία εντάξεως της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για πρώτη φορά η Ελλάς αναγνώριζε ότι είναι προς το συμφέρον της όχι να μετατραπεί σε ανατολικό σύνορο της Ευρώπης, ευρωπαϊκό προμαχώνα στην σύγκρουση Δύσεως και ισλαμικού κόσμου, αλλά να συμβάλει στον πολιτικό μετασχηματισμό της Τουρκίας δια της υποστηρίξεως του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της. Όπως και στην περίπτωση των υποψηφίων προς ένταξη μελών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, χρησιμοποιήθηκε το εργαλείο της αιρεσιμότητος (conditionality). Αυτή ήταν η σύνδεση της προόδου των σχέσεων μεταξύ ενός υποψηφίου προς ένταξη κράτους και της Ευρωπαϊκής Ενώσεως με την προσαρμογή του στα «Κριτήρια της Κοπεγχάγης.» Η εισαγωγή κανόνων οικονομίας της αγοράς, η εμπέδωση του πολιτικού φιλελευθερισμού και του δημοκρατικού πολιτεύματος, η εισαγωγή του ευρωπαϊκού κεκτημένου ήταν βήματα τα οποία θα μπορούσαν να επιδράσουν καταλυτικά στο τουρκικό πολιτικό σύστημα και να συμβάλουν στην αναθεώρηση των παγίων τουρκικών θέσεων στο Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά. Ο επαναπροσδιορισμός του παραδείγματος των ελληνοτουρκικών σχέσεων αποτελεί ίσως το κορυφαίο τεκμήριο της διαδικασίας του εξευρωπαϊσμού στο πεδίο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η επίδραση των ευρωπαϊκών θεσμών στην εσωτερική τουρκική πολιτική υπήρξε όντως εντυπωσιακή. Μεταξύ του 1999 και του 2005 δύο διαφορετικές κυβερνήσεις υλοποίησαν το πλέον ριζοσπαστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων από την εποχή του Ατατούρκ. Ο μεταρρυθμιστικός οίστρος άγγιξε και θέματα-ταμπού όπως το Κυπριακό. Για πρώτη φορά από το 1974, αναγνωρίσθηκε ότι το Κυπριακό δεν λύθηκε το 1974, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα άχθη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Το 2004 ήταν η χρονιά κατά την οποία καταγράφηκε η μεγαλύτερη επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας στην πρόσφατη ιστορία, η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το διεθνές κύρος της Ελλάδος, ενισχυμένο από την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων και την ένταξη στην Ευρωζώνη, έφθασε στο απόγειο. Χάθηκε ωστόσο τότε μια ιστορική ευκαιρία για την διευθέτηση του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών διενέξεων στο Αιγαίο. Ουδέποτε έγινε επαρκώς αντιληπτή στην Ελλάδα η σημασία της στροφής της πολιτικής Ερντογάν στο Κυπριακό η οποία οδήγησε στην υποστήριξη του Σχεδίου Αννάν εις πείσμα των εθνικιστών του συνόλου του τουρκικού πολιτικού φάσματος. Ίσως διότι οι ομόλογοί τους σε Ελλάδα και Κύπρο επέτυχαν να δαιμονοποιήσουν το σχέδιο και να ακυρώσουν την σοβαρότερη προσπάθεια συμβιβαστικής επιλύσεως του Κυπριακού από το 1974.  Αντιστοίχως μυωπική ήταν και η απόφαση της ελληνικής κυβερνήσεως τον Δεκέμβριο του 2004 να μην απαιτήσει –όπως είχε το δικαίωμα- να παραπεμφθούν με συνυποσχετικό οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Η μετέπειτα πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων, του Κυπριακού αλλά και της Ελλάδος κατέδειξε πόσο άστοχη ήταν η τότε κρατήσασα αντίληψη ότι οι συνθήκες θα καθίσταντο ευνοϊκότερες για τα ελληνικά συμφέροντα προϊόντος του χρόνου και των ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων. Η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων μετά το 2005 ήταν μάλλον απογοητευτική.  Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενώσεως η προοπτική εντάξεως της Τουρκίας απετέλεσε προνομιακό πεδίο πολιτικής κερδοσκοπίας της λαϊκιστικής δεξιάς, βοηθούντος και του ογκουμένου προβλήματος της λαθρομεταναστεύσεως. Παράλληλα η αύξουσα αυτοπεποίθηση της κυβερνήσεως Ερντογάν μείωσε και το τουρκικό ενδιαφέρον στην διαδικασία εντάξεως, ενίσχυσε τις πάντοτε υπάρχουσες εθνικιστικές τάσεις και ελαχιστοποίησε την διάθεση λήψεως αποφάσεων με βαρύ εσωτερικό πολιτικό κόστος. Η αναδίπλωση στις πάγιες θέσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής στο Κυπριακό και η απουσία προόδου στα ελληνοτουρκικά απαλύνονται μόνον από την εντυπωσιακή βελτίωση των ελληνοτουρκικών οικονομικών σχέσεων και την βαθμιαία αμφισβήτηση αμοιβαίων στερεοτύπων στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών.
Παρά την σαφή βελτίωση των διμερών σχέσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση απέτυχε να δράσει ως καταλύτης στο Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά. Τα προβλήματα παραμένουν και είναι σοβαρά. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο παραμένει ωστόσο το πλέον κατάλληλο για την επίλυση του Κυπριακού και των ελληνοτουρκικών διαφορών. Και αυτό όχι μόνον επειδή αποτελεί προνομιακό πεδίο για την Ελλάδα και την Κύπρο, λόγω της συμμετοχής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά κυρίως επειδή εκπροσωπεί τις πολιτικές εκείνες αξίες οι οποίες είναι απαραίτητες για την υπέρβαση της ελληνοτουρκικής αντιπαραθέσεως και την επίλυση του Κυπριακού. Αν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα/Ευρωπαϊκή Ένωση κατόρθωσε να συμφιλιώσει την Γερμανία και την Γαλλία, δύο κράτη η ιστορική αντιπαλότητα των οποίων βρισκόταν στην ρίζα δύο παγκοσμίων πολέμων, σίγουρα μπορεί να συμβάλει αποφασιστικώς και στην γεφύρωση του ελληνοτουρκικού χάσματος. Ομοίως στην περίπτωση της Κύπρου το έλλειμμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, το οποίο αποτελεί και ένα από τα βασικότερα εμπόδια για την εύρεση και την επιτυχή εφαρμογή μιας λύσεως, μπορεί να θεραπευθεί μόνον με την διαμεσολάβηση ενός πολιτικού οργανισμού όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ελληνική πλευρά μπορεί να επαναπαυθεί αφήνοντας τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό έρμαια της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας. Απαιτείται ένα εναλλακτικό πλαίσιο, ένα «Σχέδιο Β», το οποίο θα εξασφαλίσει την συνέχεια –ή τουλάχιστον το μη αναστρέψιμο– της βελτιώσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων ανεξαρτήτως της πορείας των ευρωτουρκικών σχέσεων. Η Ελλάς μπορεί να μην αποτελεί πλέον το πρόσκομμα στην εξέλιξη των ευρωτουρκικών σχέσεων, δεν μπορεί όμως ούτε να εξασφαλίσει την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκδημοκρατισμού της Τουρκίας ούτε να επιβάλει την άρση όλων των αντιρρήσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Οφείλει λοιπόν να αναπτύξει στρατηγικές επιλύσεως των διμερών διαφορών και του Κυπριακού και βάσει μιας «προνομιακής σχέσεως» μεταξύ Ευρωπαϊκής Ενώσεως και Τουρκίας, ή ακόμη και επί τη βάσει μιας πλήρους ρήξεως των ευρωτουρκικών σχέσεων. Ασφαλώς όμως σε αυτήν την περίπτωση το έργο της ελληνικής διπλωματίας θα είναι πολύ πιο σύνθετο. Η ισχυρή παρουσία της Ελλάδος στον πολιτικό και οικονομικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως καθίσταται τότε αδήριτη ανάγκη και προϋπόθεση για μία επιτυχή διαπραγμάτευση με την Τουρκία. Αν η ένταξη στην ΕΟΚ επέτρεψε στην Ελλάδα να αποκαταστήσει την ισορροπία δυνάμεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, η πιθανή περιθωριοποίησή της στην Ευρωζώνη ως συνέπεια της παρούσης οικονομικής κρίσεως θα ενείχε σοβαρούς κινδύνους.

(Δημοσιεύθηκε σε επετειακό ένθετο της εφημερίδος "Καθημερινή" για τα 30 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 29η Μαΐου 2011)