Ήδη από την αρχή της σειράς των εξεγέρσεων που απεκλήθησαν «αραβική άνοιξη» είχε αναδειχθεί η δυσχερής θέση της πολυπράγμονος τουρκικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Η υψηλή δημοφιλία που είχαν συσσωρεύσει στην αραβική κοινή γνώμη η κυβέρνηση του ΑΚΡ και προσωπικώς ο πρωθυπουργός της Τουρκίας συνδεόταν με την εικόνα τους ως φορέων εκσυγχρονισμού, οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Από την άλλη, η τουρκική κυβέρνηση είχε συνάψει στενές οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με σειρά μεσανατολικών καθεστώτων, τα οποία κάθε άλλο παρά μεταρρυθμιστικά θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν. Αν η απουσία στενών οικονομικών και πολιτικών δεσμών και ο υποφώσκων στρατηγικός ανταγωνισμός μεταξύ Τουρκίας και Αιγύπτου επέτρεψε την ταχεία συμπαράταξη της Τουρκίας με τους Αιγυπτίους εξεγερμένους, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά στην Λιβύη. Η παρουσία τουρκικών επενδύσεων ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολλαρίων οδήγησε στην αρχική αντίθεση προς την διεθνή επέμβαση στην χώρα και σε αρκετές παλινωδίες, πριν τελικά η Τουρκία ταυτισθεί με την γραμμή της διεθνούς κοινότητος.
Η εξέγερση ωστόσο στην Συρία έθεσε ακόμη δυσκολώτερα ερωτήματα στην τουρκική διπλωματία. Η μεταμόρφωση της Συρίας από μείζονα απειλή ασφαλείας στα τέλη της δεκαετίας του 1990 σε κύριο περιφερειακό εταίρο της Τουρκίας υπήρξε ίσως η πλέον εντυπωσιακή επιτυχία της «πολιτικής μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» των κ.κ. Νταβούτογλου-Ερντογάν. Η εδαφική διένεξη για την επαρχία της Αλεξανδρέττας και η συριακή υποστήριξη προς το ΡΚΚ έδωσαν την θέση τους σε μία εντυπωσιακή ανάπτυξη των οικονομικών και διπλωματικών σχέσεων. Τούτων δεδομένων θα περίμενε κανείς ότι η εξέγερση στην Συρία θα αποτελούσε για την τουρκική διπλωματία μία ευκαιρία να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της αραβικής κοινής γνώμης και να αναδείξει τον καίριο περιφερειακό της ρόλο, αποτρέποντας την κλιμάκωση μιας πολύ επικίνδυνης για την διεθνή σταθερότητα κρίσεως και συμβάλλοντας στην προώθηση πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Ο απολογισμός ωστόσο είναι σαφώς πενιχρός. Η κραυγαλέα αδιαφορία του συριακού καθεστώτος στις επαναλαμβανόμενες τουρκικές εκκλήσεις για περιορισμό της χρήσεως δολοφονικής βίας κατά αόπλων διαδηλωτών κατέδειξε ότι η πραγματική διπλωματική επιρροή της Τουρκίας ήταν κατά πολύ μικρότερη των προσδοκιών. Η τελική καταδίκη του καθεστώτος από τον πρωθυπουργό Ερντογάν ήταν αναπόφευκτη δεδομένης της επιλογής της Τουρκίας να συμπλεύσει με την μεσανατολική κοινή γνώμη, αλλά και ενδεικτική των περιορισμένων δυνατοτήτων επηρεασμού της τελευταίας.
Η πιθανή αποσταθεροποίηση του καθεστώτος Άσαντ εγείρει, ωστόσο, επιπρόσθετες και σοβαρές ανησυχίες στην Άγκυρα. Πέραν των αλυσιδωτών αντιδράσεων τις οποίες θα μπορούσε να προκαλέσει σε Λίβανο, Παλαιστίνη και Ιράν μία βίαια αλλαγή καθεστώτος στην Δαμασκό, ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία έχει και η ενδεχόμενη αναβάθμιση του καθεστώτος της κουρδικής μειονότητος στην Συρία. Δεδομένης της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αυτονομίας των Κούρδων του βορείου Ιράκ και της υπαναχωρήσεως από πολιτικές για την λύση του Κουρδικού εντός της Τουρκίας, η κυβέρνηση Ερντογάν μπορεί να βρεθεί ενώπιον ενός διεθνοποιημένου Κουρδικού ζητήματος στο οποίο θα κληθεί να εφαρμόσει στο εσωτερικό τους κανόνες τους οποίους κηρύσσει στους γείτονές της. Η υπαναχώρηση της Αγκύρας σε παλαιές –και αναποτελεσματικές– πολιτικές στηριγμένες στην στρατιωτική της υπεροχή θα είναι τότε η πιθανότερη εξέλιξη• η βλάβη όμως για την εικόνα της Τουρκίας, όπως αυτή οικοδομήθηκε την τελευταία δεκαετία, θα είναι ανήκεστος.
Η εξέγερση ωστόσο στην Συρία έθεσε ακόμη δυσκολώτερα ερωτήματα στην τουρκική διπλωματία. Η μεταμόρφωση της Συρίας από μείζονα απειλή ασφαλείας στα τέλη της δεκαετίας του 1990 σε κύριο περιφερειακό εταίρο της Τουρκίας υπήρξε ίσως η πλέον εντυπωσιακή επιτυχία της «πολιτικής μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» των κ.κ. Νταβούτογλου-Ερντογάν. Η εδαφική διένεξη για την επαρχία της Αλεξανδρέττας και η συριακή υποστήριξη προς το ΡΚΚ έδωσαν την θέση τους σε μία εντυπωσιακή ανάπτυξη των οικονομικών και διπλωματικών σχέσεων. Τούτων δεδομένων θα περίμενε κανείς ότι η εξέγερση στην Συρία θα αποτελούσε για την τουρκική διπλωματία μία ευκαιρία να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της αραβικής κοινής γνώμης και να αναδείξει τον καίριο περιφερειακό της ρόλο, αποτρέποντας την κλιμάκωση μιας πολύ επικίνδυνης για την διεθνή σταθερότητα κρίσεως και συμβάλλοντας στην προώθηση πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Ο απολογισμός ωστόσο είναι σαφώς πενιχρός. Η κραυγαλέα αδιαφορία του συριακού καθεστώτος στις επαναλαμβανόμενες τουρκικές εκκλήσεις για περιορισμό της χρήσεως δολοφονικής βίας κατά αόπλων διαδηλωτών κατέδειξε ότι η πραγματική διπλωματική επιρροή της Τουρκίας ήταν κατά πολύ μικρότερη των προσδοκιών. Η τελική καταδίκη του καθεστώτος από τον πρωθυπουργό Ερντογάν ήταν αναπόφευκτη δεδομένης της επιλογής της Τουρκίας να συμπλεύσει με την μεσανατολική κοινή γνώμη, αλλά και ενδεικτική των περιορισμένων δυνατοτήτων επηρεασμού της τελευταίας.
Η πιθανή αποσταθεροποίηση του καθεστώτος Άσαντ εγείρει, ωστόσο, επιπρόσθετες και σοβαρές ανησυχίες στην Άγκυρα. Πέραν των αλυσιδωτών αντιδράσεων τις οποίες θα μπορούσε να προκαλέσει σε Λίβανο, Παλαιστίνη και Ιράν μία βίαια αλλαγή καθεστώτος στην Δαμασκό, ιδιαίτερη σημασία για την Τουρκία έχει και η ενδεχόμενη αναβάθμιση του καθεστώτος της κουρδικής μειονότητος στην Συρία. Δεδομένης της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αυτονομίας των Κούρδων του βορείου Ιράκ και της υπαναχωρήσεως από πολιτικές για την λύση του Κουρδικού εντός της Τουρκίας, η κυβέρνηση Ερντογάν μπορεί να βρεθεί ενώπιον ενός διεθνοποιημένου Κουρδικού ζητήματος στο οποίο θα κληθεί να εφαρμόσει στο εσωτερικό τους κανόνες τους οποίους κηρύσσει στους γείτονές της. Η υπαναχώρηση της Αγκύρας σε παλαιές –και αναποτελεσματικές– πολιτικές στηριγμένες στην στρατιωτική της υπεροχή θα είναι τότε η πιθανότερη εξέλιξη• η βλάβη όμως για την εικόνα της Τουρκίας, όπως αυτή οικοδομήθηκε την τελευταία δεκαετία, θα είναι ανήκεστος.
(Δημοσιεύθηκε στον ιστοτόπο "ΕΛΙΑΜΕΠ Blogs" την 4η Νοεμβρίου 2011)



0 comments:
Δημοσίευση σχολίου