Η σύγκριση των σταδιοδρομιών των κ.κ. Λουκά Παπαδήμου και Κεμάλ Ντερβίς προηγείται κατά πολύ της επεισοδιακής αναρρήσεως του πρώτου στην πρωθυπουργία της Ελλάδος. Ήδη από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσεως το 2009, πολλοί παρατηρητές των ελληνικών και τουρκικών υποθέσεων αναφέρονταν στον κ. Παπαδήμο ως τον «Έλληνα Ντερβίς». Οι τεχνοκρατικές περγαμηνές των δύο παρουσιάζουν σαφείς ομοιότητες. Επιτυχημένα στελέχη διεθνών οικονομικών οργανισμών με πείρα διδασκαλίας σε κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια έχαιραν άκρας εκτιμήσεως στο διεθνές οικονομικό και πολιτικό σύστημα. Το κυριότερο ίσως: διέθεταν σε πληθώρα μία από τις πλέον σπανίζουσες αρετές στις τάξεις της τουρκικής και ελληνικής πολιτικής ελίτ: αξιοπιστία.
Η ανάληψη του Υπουργείου Οικονομικών από τον κ. Ντερβίς στην κυβέρνηση του Μπουλέντ Ετζεβίτ τον Σεπτέμβριο του 2001 έγινε υπό συνθήκες αδυναμίας πολιτικής συνεννοήσεως και κοινωνικής κατακραυγής εναντίον του πολιτικού συστήματος της χώρας. Το πρόγραμμα οικονομικών μεταρρυθμίσεων το οποίο εκπόνησε και εφάρμοσε ο κ. Ντερβίς θεωρείται ο θεμέλιος λίθος του τουρκικού οικονομικού θαύματος το οποίο έφερε τον ρυθμό αναπτύξεως της Τουρκίας σε επίπεδο συγκρίσιμο με αυτό της Κίνας. Ωστόσο το θαύμα αυτό δεν πιστώνεται μόνον στον κ. Ντερβίς. Μείζων υπήρξε και η συμβολή του πρωθυπουργού της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Χωρίς ζηλευτές τεχνοκρατικές προδιαγραφές αλλά με οξύ πολιτικό αισθητήριο και κρίση ο κ. Ερντογάν κατόρθωσε να επιβάλει την πιστή εφαρμογή του επώδυνου προγράμματος σταθεροποιήσεως, να κερδίσει την εμπιστοσύνη των διεθνών οικονομικών οργανισμών και να απελευθερώσει τις υγιείς δυνάμεις της τουρκικής οικονομίας και κοινωνίας. Η μείζων δύναμη της Τουρκίας σήμερα δεν βρίσκεται στην πολεμική της μηχανή. Βρίσκεται στο δαιμόνιο των Τούρκων μικρών και μεγάλων επιχειρηματιών που αναλαμβάνουν ρίσκα και επενδύουν σε χώρες τόσο διαφορετικές όσο το Σουδάν και το Τατζικιστάν, η Γκάνα και η Ρωσία. Βρίσκεται στις εξαγωγικές επιχειρήσεις της τουρκικής ενδοχώρας η ανταγωνιστικότητα των οποίων δεν αποτελεί συνάρτηση του μειωμένου κόστους παραγωγής μόνον αλλά και της διαρκώς βελτιουμένης ποιότητος των προϊόντων τους. Βρίσκεται επίσης στην άνοδο του επιπέδου της ανωτάτης παιδείας με πανεπιστήμια διεθνώς ανταγωνιστικά και συνδεδεμένα με την οικονομική δραστηριότητα. Με το πρόγραμμα πολιτικών μεταρρυθμίσεων της περιόδου 2002-2005 πέτυχε επίσης ο κ. Ερντογάν να άρει τις επιφυλάξεις για τις ισλαμιστικές πολιτικές του καταβολές και την υποτιθέμενη κρυφή πολιτική του ατζέντα και να προσελκύσει όγκο επενδύσεων πρωτοφανή για την ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας. Δεν αποκλείεται η αισιοδοξία των αγορών για το μέλλον της τουρκικής οικονομίας να είναι υπέρμετρη, και μία διόρθωση –ίσως και βίαιη– είναι πιθανή εντός των προσεχών ετών. Αυτό ωστόσο δεν πρόκειται να ανατρέψει την ανάδειξη της Τουρκίας σε αξιοσημείωτο περιφερειακό παράγοντα όχι τόσο βάσει της στρατιωτικής της ισχύος, αλλά κυρίως βάσει των οικονομικών της επιδόσεων.
Την ίδια στιγμή ο κ. Ντερβίς μάλλον απέτυχε στην εμπλοκή του στα «βαθειά νερά» της τουρκικής πολιτικής κονίστρας. Εγκατέλειψε την τελευταία στιγμή τον Ισμαήλ Τζεμ στην προσπάθειά του να ιδρύσει πολιτικό κόμμα-απάντηση στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το «Κόμμα της Νέας Τουρκίας» (YTP). Το 2005 εγκατέλειψε τελικά την Τουρκία αποδεχόμενος τον διορισμό του στην ηγεσία του Προγράμματος Αναπτύξεως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (UNDP). Έκτοτε η τουρκική κεντροαριστερά παραμένει σε αναζήτηση ενός πολιτικού σχηματισμού ο οποίος θα εκφράσει μια φιλοευρωπαϊκή, δημοκρατική πολιτική πρόταση εναλλακτική τόσο στις πολιτικές του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ), όσο και της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως του CHP.
Η άνοδος του κ. Παπαδήμου στην πρωθυπουργία της Ελλάδος γίνεται υπό συνθήκες σαφώς δυσχερέστερες από αυτές της Τουρκίας του 2001. Το έλλειμμα και το χρέος δεν είναι τα μόνα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κυβέρνηση, ίσως ούτε καν τα μείζονα. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η καχεξία του ιδιωτικού τομέως, οι στρεβλώσεις δεκαετιών στον δημόσιο τομέα, ο γρίφος των συνεπειών της ημιτελούς οικονομικής ενοποιήσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συχνά πέραν πάσης φαντασίας αβελτηρία της κρατικής μηχανής, οι αρνητικές δημογραφικές προοπτικές αποτελούν προβλήματα ελληνικής κοπής. Ο πήχυς επομένως είναι κατά πολύ υψηλότερος για τον κ. Παπαδήμο. Η επιτυχής εφαρμογή της Συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου προϋποθέτει την ανατροπή του «ελληνικού ονείρου» της τελευταίας τριακονταετίας. Η χρεοκοπία αυτού του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου πρέπει να εξηγηθεί στον λαό χωρίς περιστροφές, και η υποβολή μιας βιώσιμης ευρωπαϊκής εναλλακτικής προτάσεως επείγει. Η επιτυχής εφαρμογή του προγράμματος σταθεροποιήσεως θα μείνει ατελέσφορη, αν δεν συνοδευθεί από την απελευθέρωση των υγιών δυνάμεων της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, καθώς και την αγκύρωση της Ελλάδος στον πυρήνα των ευρωπαϊκών θεσμών. Ως πρωθυπουργός ο κ. Παπαδήμος καλείται να συνδυάσει τις τεχνοκρατικές αρετές του κ. Ντερβίς με το πολιτικό αισθητήριο του κ. Ερντογάν. Μπορεί να τα καταφέρει; Δύσκολο, ίσως όμως από αυτό να εξαρτάται η σωτηρία της Ελλάδος από μία οικονομική καταστροφή βιβλικών διαστάσεων.
Την ίδια στιγμή ο κ. Ντερβίς μάλλον απέτυχε στην εμπλοκή του στα «βαθειά νερά» της τουρκικής πολιτικής κονίστρας. Εγκατέλειψε την τελευταία στιγμή τον Ισμαήλ Τζεμ στην προσπάθειά του να ιδρύσει πολιτικό κόμμα-απάντηση στο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), το «Κόμμα της Νέας Τουρκίας» (YTP). Το 2005 εγκατέλειψε τελικά την Τουρκία αποδεχόμενος τον διορισμό του στην ηγεσία του Προγράμματος Αναπτύξεως του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (UNDP). Έκτοτε η τουρκική κεντροαριστερά παραμένει σε αναζήτηση ενός πολιτικού σχηματισμού ο οποίος θα εκφράσει μια φιλοευρωπαϊκή, δημοκρατική πολιτική πρόταση εναλλακτική τόσο στις πολιτικές του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Αναπτύξεως (ΑΚΡ), όσο και της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως του CHP.
Η άνοδος του κ. Παπαδήμου στην πρωθυπουργία της Ελλάδος γίνεται υπό συνθήκες σαφώς δυσχερέστερες από αυτές της Τουρκίας του 2001. Το έλλειμμα και το χρέος δεν είναι τα μόνα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κυβέρνηση, ίσως ούτε καν τα μείζονα. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η καχεξία του ιδιωτικού τομέως, οι στρεβλώσεις δεκαετιών στον δημόσιο τομέα, ο γρίφος των συνεπειών της ημιτελούς οικονομικής ενοποιήσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η συχνά πέραν πάσης φαντασίας αβελτηρία της κρατικής μηχανής, οι αρνητικές δημογραφικές προοπτικές αποτελούν προβλήματα ελληνικής κοπής. Ο πήχυς επομένως είναι κατά πολύ υψηλότερος για τον κ. Παπαδήμο. Η επιτυχής εφαρμογή της Συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου προϋποθέτει την ανατροπή του «ελληνικού ονείρου» της τελευταίας τριακονταετίας. Η χρεοκοπία αυτού του οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου πρέπει να εξηγηθεί στον λαό χωρίς περιστροφές, και η υποβολή μιας βιώσιμης ευρωπαϊκής εναλλακτικής προτάσεως επείγει. Η επιτυχής εφαρμογή του προγράμματος σταθεροποιήσεως θα μείνει ατελέσφορη, αν δεν συνοδευθεί από την απελευθέρωση των υγιών δυνάμεων της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, καθώς και την αγκύρωση της Ελλάδος στον πυρήνα των ευρωπαϊκών θεσμών. Ως πρωθυπουργός ο κ. Παπαδήμος καλείται να συνδυάσει τις τεχνοκρατικές αρετές του κ. Ντερβίς με το πολιτικό αισθητήριο του κ. Ερντογάν. Μπορεί να τα καταφέρει; Δύσκολο, ίσως όμως από αυτό να εξαρτάται η σωτηρία της Ελλάδος από μία οικονομική καταστροφή βιβλικών διαστάσεων.
(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Καθημερινή" την 29η Νοεμβρίου 2011)



0 comments:
Δημοσίευση σχολίου