Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Γλώσσα και Λαϊκισμός

Η βαθμιαία επιβολή του λαϊκισμού ως θεμελιώδους οργανωτικής αρχής του πολιτικού και κοινωνικού βίου της χώρας αποτελεί την βαθύτερη ρίζα της ελληνικής μεταπολιτευτικής κακοδαιμονίας. Η αμφισβήτηση της ηγεμονίας του λαϊκισμού κατέστη εφικτή μόνον μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης η οποία βύθισε την Ελλάδα στην δίνη μιας πολυεπίπεδης κρίσης. Αυτή έδωσε την ευκαιρία να βγουν από την ντουλάπα πολλοί από τους «σκελετούς της μεταπολίτευσης.» Θέματα που αποτελούσαν ταμπού επί δεκαετίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας και υπόκεινται σε δημόσιο διάλογο. Η βαθμιαία κυριαρχία του λαϊκισμού στο σύνολο του πολιτικού φάσματος και η διαλυτική επιρροή του στους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία και την οικονομία αναδεικνύονται όλο και περισσότερο. Ωστόσο υπάρχει μία από τις εκφάνσεις του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού η οποία διέλαθε της προσοχής που της αρμόζει: ο γλωσσικός λαϊκισμός.

Η λαίλαπα του λαϊκισμού ήταν αδύνατον να αφήσει αλώβητη και την ελληνική γλώσσα. Αν και ο γλωσσικός λαϊκισμός γεννήθηκε στα αριστερά του ελληνικού πολιτικού φάσματος, σύντομα έχασε το πολιτικό του πρόσημο και έγινε κοινό κτήμα του ελληνικού δημόσιου λόγου. Σειρά γλωσσικών μεταρρυθμίσεων των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ επέβαλαν την «δημοτική» και το μονοτονικό υπό το πρόσχημα του «εκδημοκρατισμού» της παιδείας και της άρσεως του «γλωσσικού διχασμού». Στην πραγματικότητα αντικαθιστούσαν την μία ορθοδοξία –αυτήν της «καθαρεύουσας»– με μιάν άλλη –αυτήν της «δημοτικής» και περιθωριοποιούσαν την λόγια παράδοση της ελληνικής γλώσσας. Όπως στιγματιζόταν παλαιότερα η χρήση όρων της «δημοτικής», έτσι δαιμονοποιήθηκε η χρήση όρων της «καθαρεύουσας», σαν να μην αποτελούν και οι δύο διαφορετικές μορφές της μιας γλώσσας, και να μην είναι δικαίωμα κάθε χρήστη της ελληνικής γλώσσας να επιλέγει σε ποιες περιστάσεις θα χρησιμοποιεί όρους της μίας ή της άλλης. Η διάκριση μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου, σαφές και αναγκαίο χαρακτηριστικό κάθε γλώσσας, ισοπεδώθηκε στον ελάχιστο κοινό παρανομαστή, το παλλάδιο του λαϊκισμού.
Ο γλωσσικός λαϊκισμός εκφράσθηκε συχνά και ως «κάθαρση» της καθομιλουμένης γλώσσας από τις επιρροές της «καθαρεύουσας». Απλοποιήθηκε η  ορθογραφία λέξεων, και περιορίσθηκε η χρήση των μετοχών. Για παράδειγμα, σε μεταφράσεις διεθνών συνθηκών, για να αποφευχθεί η χρήση της «καθαρευουσιάνικης» μετοχής «συμβαλλόμενος» στην έκφραση «τα συμβαλλόμενα κράτη», η έκφραση αποδόθηκε ως «καθένα από τα κράτη που συμβάλλονται με αυτήν τη σύμβαση». Συνέπεια του γλωσσικού λαϊκισμού ήταν η σαφής υποβάθμιση της ποιότητος του λόγου, δημοσίου και ιδιωτικού, και η ανάδυση μιάς νέας «δημοτικής καθαρεύουσας» στην οποία ιδιαιτέρως διακρίθηκαν πολιτικοί και συνδικαλιστές όλων των κομμάτων. Κείμενα πολιτικών, καθηγητών και δημοσιογράφων, ανθρώπων που υποτίθεται ότι είναι «τεχνίτες και δάσκαλοι του λόγου», βρίθουν σολοικισμών και βαρβαρισμών. Λάθη επαναλαμβανόμενα, ιδίως σε συνθήκες κυριαρχίας του δημοσίου λόγου των τηλεοπτικών «παραθύρων», λειτουργούν διδακτικά και αλλοιώνουν το κοινό γλωσσικό αίσθημα.
Συνέπεια των διαδοχικών γλωσσικών μεταρρυθμίσεων, της γενικής κρίσης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και της έκπτωσης του δημοσίου λόγου είναι και η ανεπαρκής γλωσσική παιδεία της νεολαίας. Φθάσαμε στο σημείο ο μέσος απόφοιτος λυκείου να δυσκολεύεται να διαβάσει Παπαρρηγόπουλο, Βιζυηνό, Ροΐδη και Παπαδιαμάντη –ίσως  και Καβάφη–, και να κυκλοφορούν μεταγλωττίσεις τους στην «δημοτική». Την ίδια στιγμή ο ίδιος απόφοιτος διδάσκεται –σε ιδιωτικά συνήθως εκπαιδευτήρια– τους γραμματικούς κανόνες της αγγλικής, γαλλικής και γερμανικής «καθαρεύουσας», αν θέλει να τελειοποιήσει την γνώση της γλώσσας και να σπουδάσει στα πανεπιστήμια των αντιστοίχων κρατών.
Κρίσιμο εργαλείο στην ηγεμονία του γλωσσικού λαϊκισμού ήταν και η ταύτιση της «καθαρεύουσας» και της αρχαίας ελληνικής με την χούντα και την ακροδεξιά. Ο εξοβελισμός της «καθαρεύουσας» παρουσιάσθηκε ως δημοκρατική κατάκτηση. Μέχρι και το Σύνταγμα μεταγλωττίσθηκε με αμφίβολης συνταγματικότητας διαδικασίες, για να μη μείνει μισή η «νίκη της δημοκρατίας». Όποιος διεκδικούσε το δικαίωμα να κινείται στον λόγο του μεταξύ των διαφόρων μορφών της ελληνικής παρουσιαζόταν ως «ακροδεξιός» ή «χουντικός». Η δημόσια παρουσία –στομφωδών και κατά κανόνα ημιμαθών– ακροδεξιών, οι οποίοι εμφανίζονται ως αμύντορες της ελληνικής γλώσσας, συνεχίζεται και ως τις μέρες μας. Η ελληνική γλώσσα και κληρονομιά όμως είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφήνεται στους ακροδεξιούς.
Λύση βεβαίως δεν αποτελεί η επαναφορά του προηγουμένου καθεστώτος, αποτελεί ωστόσο αναγκαία προϋπόθεση η άρση των ακροτήτων του παρόντος. «Δημοτική» και «καθαρεύουσα» μπορούν να συνυπάρχουν, να συνδιδάσκονται και να αλληλοσυμπληρώνονται. Η απελευθέρωση του δημοσίου λόγου από τα δεσμά της λαϊκιστικής «δημοτικής καθαρεύουσας» θα αποτελέσει αλλαγή με καίριο συμβολισμό. Η ανάκαμψη της Ελλάδος από την πολυεπίπεδη οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική κρίση μπορεί και πρέπει να περιλαμβάνει και την γλώσσα.

(Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Καθημερινή" την 14η Δεκεμβρίου 2011)